Του Βασίλη Γεωργίου...
βρήκαμε στα πλάνα της στιγμής, ένα μεταλλωρύχο
γύρναγε μόνος στις σκηνές και στις παλαιές ταβέρνες,
τον κόσμο κοίταζε ανοικτά και πιάνανε κουβέντες...
...
Έλεγε πως μόνος το ψωμί, ο ίδιος το ζυμώνει,
ζεστό το δίνει στα παιδιά, ποτέ να μην κρυώνει,
γυναίκα ούτε άνθρωπο ποτέ, αυτός πως δεν ζυγώνει,
αν δεν του φύγει η οργή, που τους καλούς σκοτώνει.
Γέλαγε, αν του έλεγες κακό με το χρυσό το δόντι,
το έβαλε κάποτε θαρρώ, εκεί στο Πόρτο Κόντι,
φορούσε μαύρα τα γυαλιά και πράσινη τραγιάσκα,
συνήθεια από τη δουλειά, στη μακρινή Αλάσκα.
Μια νύκτα αυγουστιάτικη, εκεί στην Αθηνάς,
από το ποτό καυγάς ανάβει στη στιγμή,
κι η γειτονιά σηκώνεται ολόκληρη στο πόδι,
ο τραγιασκάκιας ο κοντός, με το χρυσό το δόντι,
αυτός χωρίς πολύ να το σκεφθεί,
στον κόσμο μέσα μόνος του με δύναμη σιμώνει,
και εμείς αναρωτιόμασταν με μιας, γιατί αυτός παλεύει
σε τόσο κόσμο αυτός ανάμεσα, μονάχος τι γυρεύει,
σε λίγο όμως τελείωσε κι αυτός ο σαματάς,
και όλοι μαζί ρωτούσανε ποιος είναι αυτός ο τύπος,
κάποιοι απάντησαν δειλά, ποτέ να μη ρωτάς
μα κάποιοι άλλοι είπανε πως είναι ανθρακωρύχος.
Μας έμαθε πως πρέπει ν’ αγαπάς,
με τις γυναίκες, τα παιδιά ποτέ να μη θυμώνεις,
μέχρι το δέκα πάντα να μετράς,
και το θυμό που σου έδωσαν, ποτέ να μην πληγώνεις.
Περνούσαν έτσι μόνες οι στιγμές,
και δεν εμφανιζότανε ξανά αυτός ο τύπος,
ούτε και στην ταβέρνα Αρακές,
του ταβερνιάρη του ψηλού, με το αστείο ύφος.
Ώσπου μια μέρα εκεί στην αγορά,
τον ταβερνιάρη βλέπω όλως τυχαία,
τον ρώτησα για τον κοντό μας τον τυπά,
πως χάθηκε τόσο καιρό απ’ όλη την παρέα.
Τότε αυτός με δάκρυα εξιστορεί,
πως έκλεισε εδώ και μήνες η ταβέρνα,
εκεί που γνώρισε μια Κυριακή,
τη Μαριορή, την τύπισσα, ντυμένη μεσ’ στην πένα.
Αγαπηθήκανε τρελά, σαν να ΄τανε θείο κάρμα,
σαν έφυγε στη ξενιτιά, λαβαίνει ένα γράμμα,
ήταν κλεισμένος στη στοά και είχε σπασμένα τα πλευρά,
πως είχε πίσω δύο ορφανά και πέθανε στο κλάμα,
Τότε γυρνάει στην αγορά, μόνος και ξενυχτάει,
όποιο ανήμπορο μπορεί, αμίλητος βοηθάει,
τριάντα χρόνια στη ζωή, μονάχος τριγυρνούσε,
μήπως και βρει στο διάβα του, αυτή που αγαπούσε.
Εμείς τον ονομάσαμε όλοι μαζί, Θωμά,
για την καλή του την καρδιά και το σεμνό το βλέμμα,
μα πάλι αναρωτιόμασταν κρυφά, αλλά συχνά,
αν όσα αυτός μας έλεγε αλήθεια είναι ή ψέμα,
που έκτισε ολάκερη ζωή, με μόχθο και με αίμα.
Στην αγορά κρύο πολύ, μια μηχανή σιμώνει,
μέσα από το κράνος μου μιλά, το χέρι του σηκώνει,
βλέπω στον ήλιο αμυδρά, τον φίλο μας το Θωμά,
τον γνώριζα από το γέλιο του και το χρυσό το δόντι,
ψώνια κρατούσε αγκαλιά, στα πόδια του το εγγόνι,
μου γνέφει πως όλα πάνε καλά, πάντρεψε τα παιδιά του,
πως η ζωή ξανάρχισε, ποτέ δεν τελειώνει,
και χάθηκε όπως είχε ΄ρθεί από τη γειτονιά του.
Click here to
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Μπορείτε ελεύθερα να κάνετε προτάσεις και σχόλια, χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα. Εάν στην επιλογή προφίλ βάλετε τη λέξη ανώνυμος, δεν μπορεί κανένας να μάθει την ταυτοτητά σας.