
Ο αντίχειρας, ο δείκτης, ο μέσος, ο παράμεσος και ο μικρός. Ανοιχτά όλα και με τον βραχίονα τεντωμένο στις 45 μοίρες προ τα δεξιά. Προς τη μεριά των επισήμων. Εκείνων που καμώνονται ότι πασχίζουν για το καλό του τόπου.
Εκείνων που στέρησαν από τους γονιούς τους το χαμόγελο και από τα ίδια την ελπίδα και τα όνειρα για το μέλλον. Το δικό τους μέλλον. Τη δική τους ζωή.
Είναι ελεύθεροι νέοι, που κάνουν την οργή τους αποδοκιμασία, αντίσταση. Είναι τα παιδιά που δεν....
..... διδάσκονται Ιστορία, παρά την ανακαλύπτουν μέσα από τις αφηγήσεις των πατεράδων και των μανάδων τους, αγνοούν τους ποιητές αλλά τους αναζητούν στους διαδρόμους του διαδικτύου και στα καροτσάκια με τα φτηνά βιβλία που περίσσεψαν από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Είναι τα παιδιά με τις φωτοτυπίες και τις κακογραμμένες δισκέτες, τους κακοπληρωμένους δασκάλους, τα κρύα σχολεία, τους υποσιτισμένους συμμαθητές. Είναι τα παιδιά που κινδυνεύουν από τη μια μέρα στην άλλη να βρεθούν άστεγα, γιατί οι γονείς τους δεν έχουν να πληρώσουν το χαράτσι του Βαγγέλη Βενιζέλου, το δάνειο της τράπεζας ή το νοίκι του σπιτονοικοκύρη, που κι αυτός κατά κανόνα πασχίζει να τα βγάλει πέρα με τα δικά του δάνεια και τα δικά του χαράτσια.
Θέλω να νιώσω πάλι τα πούπουλα στα φτερά μου…
Θέλω να δω τη χαρά στο πρόσωπο του άντρα μου…
Θέλω να νιώθω ότι το αίμα κυλάει στις φλέβες μου, όταν αγκαλιάζω τα παιδιά μου…
Δεν μου αρέσει που έχει παγώσει το αίμα μου και κρυώνω… δεν μπορώ να ζεσταθώ… κρυώνω… και δακρύζω… πενθώ… φεύγω… όμως δεν πρέπει να φύγω, έχω οικογένεια, έχω παιδιά που με τόσο πόνο έφερα στον κόσμο, τα ματάκια τους κοιτάνε τα δικά μου μάτια με τόση λαχτάρα, περιμένουν να με δουν να χαμογελάω, ο μικρός μου συνεχώς με ρωτάει «γιατί δεν χαμογελάς μαμά;», τι να του απαντήσω, τι να του πω; Πόσο μπορείς να προσποιείσαι ότι όλα είναι εντάξει;..
(από τη «Μεγάλη Έξοδο» του Οδυσσέα Ελύτη):
«Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει : μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος η Άνοιξη.
Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθιο να γιορτάζει τον άλλο
Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε
καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβία σα σημαία, οι
νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες
πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες
άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα
σε λίγην ώρα.
…………………………………………………………………………………….»



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Μπορείτε ελεύθερα να κάνετε προτάσεις και σχόλια, χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα. Εάν στην επιλογή προφίλ βάλετε τη λέξη ανώνυμος, δεν μπορεί κανένας να μάθει την ταυτοτητά σας.